σεληνοτοπογραφία

η, Ν
αστρολ. κλάδος τής αστρονομίας που ως αντικείμενο έχει τον σχεδιασμό και την περιγραφή τών τοπογραφικών λεπτομερειών τής επιφάνειας τής Σελήνης, οι οποίες χρησιμεύουν στην έρευνα τών γενεσιουργών αιτίων τών τοπογραφικών σχηματισμών της και την συναγωγή κοσμογονικών συμπερασμάτων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεληνοτοπογραφικός — ή, ό, Ν [σεληνοτοπογραφία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη σεληνοτοπογραφία …   Dictionary of Greek

  • -γραφία — β συνθετικό θηλ. ουσιαστικών τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής από τα οποία τα περισσότερα προέρχονται από αντίστοιχα σύνθετα σε γράφος* και δηλώνουν: α) τρόπο γραφής ή εκτυπώσεως (πρβλ. δακτυλογραφία, στενογραφία κ.ά.) β) είδος… …   Dictionary of Greek

  • σεληνοτοπογράφος — ο, η, Ν επιστήμονας που ασχολείται με την σεληνοτοπογραφία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.